προσκτώμαι

-άομαι, ΝΑ [κτῶμαι]
1. αποκτώ κάτι επιπροσθέτως, αυξάνω αυτά που έχω («προσεκτήσατο μεγάλην περιουσίαν», Ηρόδ.)
2. μτφ. (σχετικά με πρόσωπα) κερδίζω την εύνοια, παίρνω με το μέρος μου, προσεταιρίζομαι («ἐφρόντιζε ἱστορέων τοὺς ἂν Ἑλλήνων δυνατωτάτους ἐόντας προσκτήσαιτο φίλους», Ηρόδ.)
νεοελλ.
1. κερδίζω
2. παθ. αποκτώμαι
αρχ.
1. (σχετικά με ιδιότητες) αποκτώ επί πλέον («ἡ διὰ τῆς ἀσκήσεως προσκτωμένη δεξιότης», Ξεν.)
2. κατακτώ επί πλέον («τὰ νῡν... κατεργάσαντο καὶ προσεκτήσαντο ἔθνεα», Ξεν.)
3. δέχομαι μομφή («μὴ πρὸς τοσούτοις αἰσχροῑς καὶ ἐπιορκίαν προσκτήσησθε», Δημοσθ.)
5. παίρνω με το μέρος μου, πείθω κάποιον να μέ ακολουθήσει («ταῡτα λέγων ὁ Μιλτιάδης προσκτᾱται τὸν Καλλίμαχον», Ηρόδ.)
6. (το ουδ. πληθ. μτχ. παρακμ. ως ουσ.) τὰ προσκεκτημένα
οι κατακτήσεις.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κτώμαι — άομαι (AM κτῶμαι, άομαι, Α ιων. τ. κτέομαι) 1. (ως μέσ.) παίρνω κάτι στην κατοχή μου, πορίζομαι, γίνομαι κύριος, αποκτώ (α. «κτήσεται δ ἄνευ δορὸς αὐτόν τε καὶ γῆν», Αισχύλ. β. «πολλάκις δοκεῑ τὸ φυλάξαι τ άγαθά τοῡ κτήσασθαι χαλεπώτερον εἶναι»,… …   Dictionary of Greek

  • προσ- — ΝΜΑ α συνθετικό πολλών συνθέτων τής Ελληνικής που ανάγεται στην πρόθεση πρός και εμφανίζει τις εξής σημασίες: α) επίταση ή επαύξηση τής σημ. τού β συνθετικού (πρβλ. προσ αυξάνω, προσ έτι, προσ θέτω, πρόσ οδος, προσ φιλής, πρόσ χαρος) β) την… …   Dictionary of Greek

  • πρόσκτηση — η / πρόσκτησις, ήσεως, ΝΑ [προσκτῶμαι] 1. πρόσφατη ή επί πλέον απόκτηση 2. επαύξηση τών υπαρχόντων, τής περιουσίας, με νέα αποκτήματα αρχ. (σχετικά με ιδιότητες) πρόσφατη ή επί πλέον απόκτηση («πρόσκτησις τῆς ἀρετῆς», Ιεροκλ.) …   Dictionary of Greek

  • πρόσκτητος — ον, ΝΑ [προσκτῶμαι] αυτός που αποκτήθηκε επί πλέον ή μετέπειτα, επίκτητος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.